to carry through
ca
ˈkæ
και
rry
ri
ρι
through
θru:
θρου

Ορισμός και σημασία του "carry through"στα αγγλικά

to carry through
01

πραγματοποιώ, ολοκληρώνω

to perform or put in effect something planned 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
through
βασικό ρήμα
carry
ενεστώτας
carry through
γ΄ ενικό πρόσωπο
carries through
ενεστώτα μετοχή
carrying through
απλός αόριστος
carried through
παθητική μετοχή
carried through
02

οδηγώ στην ασφάλεια, φέρω σε ασφάλεια

bring into safety 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store