Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to carry through
01
πραγματοποιώ, ολοκληρώνω
to perform or put in effect something planned
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
through
βασικό ρήμα
carry
ενεστώτας
carry through
γ΄ ενικό πρόσωπο
carries through
ενεστώτα μετοχή
carrying through
απλός αόριστος
carried through
παθητική μετοχή
carried through
02
οδηγώ στην ασφάλεια, φέρω σε ασφάλεια
bring into safety
LanGeek



























