Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to carpet bomb
01
βομβαρδίζω συστηματικά, βομβαρδίζω εντατικά
bomb a large area systematically and extensively
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
bomb
βασικό ρήμα
carpet
ενεστώτας
carpet bomb
γ΄ ενικό πρόσωπο
carpet bombs
ενεστώτα μετοχή
carpet bombing
απλός αόριστος
carpet bombed
παθητική μετοχή
carpet bombed
02
βομβαρδίζω με διαφημίσεις, στέλνω μαζικά διαφημίσεις
to send an email advertisement to a large number of recipients
Transitive



























