carpet
Pronunciation
/ˈkɑːrpɪt/

Ορισμός και σημασία του "carpet"στα αγγλικά

01

χαλί, κουβέρτα

a thick piece of woven cloth, used as a floor covering
carpet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carpets
Παραδείγματα
The soft carpet feels nice under my feet.
Το μαλακό χαλί είναι ευχάριστο κάτω από τα πόδια μου.
02

χαλί, χαλί από τοίχο σε τοίχο

a large carpet that covers the entire floor of a room, fitting from one wall to the other
carpet definition and meaning
to carpet
01

καλύπτω με χαλί, στρώνω χαλί

cover with a carpet
to carpet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
carpet
γ΄ ενικό πρόσωπο
carpets
ενεστώτα μετοχή
carpeting
απλός αόριστος
carpeted
παθητική μετοχή
carpeted
02

καλύπτω πλήρως, σαν με χαλί

cover completely, as if with a carpet
03

σχηματίζω ένα χαλάκι, καλύπτω σαν χαλί

form a carpet-like cover (over)
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store