Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Carpet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carpets
Παραδείγματα
I laid the baby down on the soft carpet for a nap.
Έβαλα το μωρό στο μαλακό χαλί για έναν υπνάκο.
02
χαλί, χαλί από τοίχο σε τοίχο
a large carpet that covers the entire floor of a room, fitting from one wall to the other
to carpet
01
καλύπτω με χαλί, στρώνω χαλί
cover with a carpet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
carpet
γ΄ ενικό πρόσωπο
carpets
ενεστώτα μετοχή
carpeting
απλός αόριστος
carpeted
παθητική μετοχή
carpeted
02
καλύπτω πλήρως, σαν με χαλί
cover completely, as if with a carpet
03
σχηματίζω ένα χαλάκι, καλύπτω σαν χαλί
form a carpet-like cover (over)



























