Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Carpenter
01
ξυλουργός, μαραγκός
someone who works with wooden objects as a job
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carpenters
Παραδείγματα
He worked with the carpenter to design and install new kitchen cabinets.
Συνεργάστηκε με τον ξυλουργό για να σχεδιάσει και να εγκαταστήσει νέα κουζινικά ντουλάπια.
to carpenter
01
ξυλουργώ, εργάζομαι ως ξυλουργός
to perform work as a carpenter, especially in building or repairing wooden structures
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
carpenter
γ΄ ενικό πρόσωπο
carpenters
ενεστώτα μετοχή
carpentering
απλός αόριστος
carpentered
παθητική μετοχή
carpentered
Παραδείγματα
He carpentered the new shelves for the library.
Αυτός ξυλουργούσε τα νέα ράφια για τη βιβλιοθήκη.



























