carnation
car
kɑ:
kaa
na
ˈneɪ
nei
tion
ʃən
shēn
causationcarbonation

Ορισμός και σημασία του "carnation"στα αγγλικά

01

γαρύφαλλο, το λουλούδι του γαρυφάλλου

a type of Dianthus often bright-colored and used for formal occasions 
carnation definition and meaning
02

γαρύφαλλο, ροζ γαρύφαλλο

a pink or reddish-pink color 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carnations
01

ροζ, ροζέ

pink or pinkish 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most carnation
συγκριτικός βαθμός
more carnation
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

incarnation
carnation
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store