carmaker
car
kɑ:r
καρ
ma
meɪ
μει
ker
kər
καρ
/kˈɑːmeɪkə/

Ορισμός και σημασία του "carmaker"στα αγγλικά

01

κατασκευαστής αυτοκινήτων, επαγγελματίας παραγωγής αυτοκινήτων

a business engaged in the manufacture of automobiles
carmaker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carmakers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store