Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to carjack
01
κλέβω αυτοκίνητο, αρπάζω αυτοκίνητο
to forcibly steal a vehicle from its driver, often involving threats or violence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
carjack
γ΄ ενικό πρόσωπο
carjacks
ενεστώτα μετοχή
carjacking
απλός αόριστος
carjacked
παθητική μετοχή
carjacked
Παραδείγματα
A witness called 911 after observing a suspicious individual attempting to carjack an elderly couple at a gas station.
Ένας μάρτυρας κάλεσε το 911 αφού παρατήρησε ένα ύποπτο άτομο να προσπαθεί να κλέψει ένα αυτοκίνητο από ένα ηλικιωμένο ζευγάρι σε ένα βενζινάδικο.
Λεξικό Δέντρο
carjacking
carjack
car
jack



























