to carjack
Pronunciation
/ˈkɑɹˌdʒæk/

Ορισμός και σημασία του "carjack"στα αγγλικά

to carjack
01

κλέβω αυτοκίνητο, αρπάζω αυτοκίνητο

to forcibly steal a vehicle from its driver, often involving threats or violence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
carjack
γ΄ ενικό πρόσωπο
carjacks
ενεστώτα μετοχή
carjacking
απλός αόριστος
carjacked
παθητική μετοχή
carjacked
Παραδείγματα
A witness called 911 after observing a suspicious individual attempting to carjack an elderly couple at a gas station.
Ένας μάρτυρας κάλεσε το 911 αφού παρατήρησε ένα ύποπτο άτομο να προσπαθεί να κλέψει ένα αυτοκίνητο από ένα ηλικιωμένο ζευγάρι σε ένα βενζινάδικο.

Λεξικό Δέντρο

carjacking
carjack

car

+

jack

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store