Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to carjack
01
κλέβω αυτοκίνητο, αρπάζω αυτοκίνητο
to forcibly steal a vehicle from its driver, often involving threats or violence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
carjack
γ΄ ενικό πρόσωπο
carjacks
ενεστώτα μετοχή
carjacking
απλός αόριστος
carjacked
παθητική μετοχή
carjacked
Παραδείγματα
In a daring act of crime, the thieves attempted to carjack a luxury sedan at gunpoint in broad daylight.
Σε μια τολμηρή πράξη εγκλήματος, οι κλέφτες προσπάθησαν να κλέψουν ένα αυτοκίνητο μια πολυτελή σεντάν με την απειλή όπλου μέσα στη μέρα.
Λεξικό Δέντρο
carjacker
carjacking
carjack
car
jack



























