Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to caricature
01
καρικατορίζω
to create a humorous or exaggerated representation of someone or something by distorting their features or characteristics
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
caricature
γ΄ ενικό πρόσωπο
caricatures
ενεστώτα μετοχή
caricaturing
απλός αόριστος
caricatured
παθητική μετοχή
caricatured
Παραδείγματα
The artist caricatures politicians by exaggerating their facial features in his illustrations.
Ο καλλιτέχνης καρικατούνει πολιτικούς μεγαλώνοντας τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους στις εικονογραφήσεις του.
Caricature
01
καρίκατουρα, γελοιογραφία
a humorous, exaggerated representation of a person or thing, typically in the form of a drawing or sculpture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caricatures



























