cardiology
car
ˌkɑ:
kaa
dio
ˈdiɒ
dio
lo
gy
ʤi
ji
physiologytoxicologynumerologytechnology

Ορισμός και σημασία του "cardiology"στα αγγλικά

01

καρδιολογία

the branch of medicine that deals with the treatment of disorders of the heart 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cardiologic
cardiologist
cardiology
cardio
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store