Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cardiogram
01
καρδιογράφημα, ηλεκτροκαρδιογράφημα
a graphical recording of the cardiac cycle produced by an electrocardiograph
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cardiograms
LanGeek



























