Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Car window
01
παράθυρο αυτοκινήτου, τζάμι αυτοκινήτου
a see-through opening on a car's side or back that can be raised or lowered
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
car windows
Παραδείγματα
The car window would n’t close properly after the accident.
Το παράθυρο του αυτοκινήτου δεν έκλεινε σωστά μετά το ατύχημα.



























