car window
car
ˈkɑ:
kaa
win
wɪn
vin
dow
dəʊ
dew

Ορισμός και σημασία του "car window"στα αγγλικά

01

παράθυρο αυτοκινήτου, τζάμι αυτοκινήτου

a see-through opening on a car's side or back that can be raised or lowered 
car window definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
car windows
Παραδείγματα
She rolled down the car window to let in some fresh air. 

Κάτωσε το παράθυρο του αυτοκινήτου για να αφήσει λίγο φρέσκο αέρα να μπει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store