car wheel
car
kɑ:
kaa
wheel
wi:l
vil
cartwheel

Ορισμός και σημασία του "car wheel"στα αγγλικά

01

τροχός αυτοκινήτου, ροδα αυτοκινήτου

a wheel that has a tire and rim and hubcap; used to propel the car 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
car wheels

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store