car seat
car
kɑ:
kaa
seat
si:t
sit

Ορισμός και σημασία του "car seat"στα αγγλικά

01

κάθισμα αυτοκινήτου, παιδικό κάθισμα αυτοκινήτου

a seat in a vehicle designed to accommodate passengers 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
car seats
Παραδείγματα
She strapped her child into the car seat before driving. 

Έδεσε το παιδί της στο κάθισμα του αυτοκινήτου πριν οδηγήσει.

02

κάθισμα αυτοκινήτου, παιδικό κάθισμα αυτοκινήτου

a safety seat designed to protect infants and young children while riding in a vehicle 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store