Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Car horn
01
κόρνα αυτοκινήτου, ηχητικό σήμα
a device in a vehicle that produces a loud, distinctive sound to alert others of the vehicle's presence or to signal a warning or danger
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
car horns
Παραδείγματα
The traffic was filled with the sound of car horns.
Η κυκλοφορία ήταν γεμάτη με τον ήχο των κόρνων αυτοκινήτων.



























