car-mechanic
car
ˈkɑ:
kaa
me
mi
cha
nic
nɪk
nik

Ορισμός και σημασία του "car-mechanic"στα αγγλικά

01

μηχανικός αυτοκινήτων, αυτοκινητοτεχνίτης

someone whose occupation is repairing and maintaining automobiles 
car-mechanic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
car-mechanics
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store