capacitor
ca
κα
pa
ˈpæ
παι
ci
σα
tor
tɜr
τερρ
/kəpˈæsɪtɐ/

Ορισμός και σημασία του "capacitor"στα αγγλικά

01

πυκνωτής, χωρητικότητα

an electric device that is used to accumulate electric charge
capacitor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
capacitors
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store