Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Capacitor
01
πυκνωτής, χωρητικότητα
an electric device that is used to accumulate electric charge
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
capacitors
LanGeek



























