Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cantaloup
01
κάνταλουπ, πεπόνι κάνταλουπ
the fruit of a cantaloup vine; small to medium-sized melon with yellowish flesh
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cantaloups
02
κάνταλουπ, πεπόνι κάνταλουπ
a variety of muskmelon vine having fruit with a tan rind and orange flesh



























