Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to canonize
01
αγιοποιώ, ανακηρύσσω άγιο
to officially declare a deceased person to be a saint in a religious tradition, typically following formal recognition of their holiness or virtue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
canonize
γ΄ ενικό πρόσωπο
canonizes
ενεστώτα μετοχή
canonizing
απλός αόριστος
canonized
παθητική μετοχή
canonized
Παραδείγματα
The Church canonized the missionary for his lifelong service.
Η Εκκλησία αγιοποίησε τον ιεραπόστολο για τη δια βίου υπηρεσία του.
02
αγιοποιώ, θεοποιώ
to treat someone as if they are sacred
Παραδείγματα
Fans tend to canonize their favorite celebrities, putting them on pedestals.
Οι θαυμαστές τείνουν να αγιοποιούν τους αγαπημένους τους διάσημους, τοποθετώντας τους σε ένα βάθρο.
Λεξικό Δέντρο
canonized
canonize
canon



























