cannibal
ca
ˈkæ
nni
ni
bal
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "cannibal"στα αγγλικά

01

θηρευτής, εκμεταλλευτής

a ruthless or exploitative person who uses others for personal gain 
cannibal definition and meaning
μεταφορικό
προσβλητικό
Παραδείγματα
The corporate cannibal fired half the staff to boost profits. 

Ο εταιρικός κανίβαλος απέλυσε το μισό προσωπικό για να αυξήσει τα κέρδη.

02

κανίβαλος, ανθρωποφάγος

a person who eats human flesh 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cannibals

Λεξικό Δέντρο

cannibalic
cannibalism
cannibalistic
cannibal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store