Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cannibal
01
θηρευτής, εκμεταλλευτής
a ruthless or exploitative person who uses others for personal gain
Figurative
Offensive
Παραδείγματα
The cannibal boss took all the credit for the team's work.
Ο καινίβαλος αφεντικός πήρε όλα τα εύσημα για τη δουλειά της ομάδας.
02
κανίβαλος, ανθρωποφάγος
a person who eats human flesh
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cannibals



























