Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cane
01
μπαστούνι, ραβδί
a stick used to support a person while walking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
canes
Παραδείγματα
She carried a decorative cane to the party.
Κουβάλησε ένα διακοσμητικό μπαστούνι στο πάρτι.
Παραδείγματα
In the traditional dance, performers skillfully twirled and balanced long cane sticks.
Στον παραδοσιακό χορό, οι ερμηνευτές περιστρέφουν και ισορροπούν επιδέξια μακριά ραβδιά από καλάμι.
03
καλάμι, υποστήριγμα
a long, thin, stiff stem of certain plants, such as bamboo or sugarcane, often used to support other plants or as material for objects
Παραδείγματα
The chair is crafted from durable cane.
Η καρέκλα είναι κατασκευασμένη από ανθεκτικό καλάμι.
04
μπαστούνι, ραβδί
a thin, stiff switch used historically to punish students by striking
Παραδείγματα
Students recalled the cane with apprehension.
Οι μαθητές θυμήθηκαν το βέργα με δέος.
to cane
01
χτυπώ με μπαστούνι, τιμωρώ με ραβδί
to strike someone with a cane, usually as a form of punishment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cane
γ΄ ενικό πρόσωπο
canes
ενεστώτα μετοχή
caning
απλός αόριστος
caned
παθητική μετοχή
caned
Παραδείγματα
Teachers no longer cane children in modern schools.
Οι δάσκαλοι δεν μαστιγώνουν πλέον τα παιδιά στα σύγχρονα σχολεία.



























