Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cane
01
μπαστούνι, ραβδί
a stick used to support a person while walking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
canes
Παραδείγματα
He leaned on his cane while walking down the street.
Ακουμπούσε στο μπαστούνι του ενώ περπατούσε στον δρόμο.
Παραδείγματα
The farmer harvested the sugar cane, cutting down the tall stalks to extract the sweet juice.
Ο αγρότης συγκομίστηκε τη ζαχαρόκαλαμο, κόβοντας τα ψηλά στελέχη για να εξαγάγει τον γλυκό χυμό.
03
καλάμι, υποστήριγμα
a long, thin, stiff stem of certain plants, such as bamboo or sugarcane, often used to support other plants or as material for objects
Παραδείγματα
Gardeners tied tomato plants to canes.
Οι κηπουροί δέσαν τα φυτά ντομάτας σε καλάμι.
04
μπαστούνι, ραβδί
a thin, stiff switch used historically to punish students by striking
Παραδείγματα
The teacher carried a cane for discipline.
Ο δάσκαλος κουβαλούσε ένα ραβδί για πειθαρχία.
to cane
01
χτυπώ με μπαστούνι, τιμωρώ με ραβδί
to strike someone with a cane, usually as a form of punishment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cane
γ΄ ενικό πρόσωπο
canes
ενεστώτα μετοχή
caning
απλός αόριστος
caned
παθητική μετοχή
caned
Παραδείγματα
The student was caned for misbehaving.
Ο μαθητής χτυπήθηκε για κακή συμπεριφορά.



























