Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Candor
01
ειλικρίνεια, ευθύτητα
the habit of speaking truthfully and directly without evasion
Παραδείγματα
Their candor helped resolve the conflict quickly.
Η ειλικρίνειά τους βοήθησε στην επίλυση της σύγκρουσης γρήγορα.
02
ειλικρίνεια, ειλικρίνεια
freedom from bias, deceit, or self-interest
Παραδείγματα
Their candor in assessing the risks helped guide the decision.
Η ειλικρίνειά τους στην αξιολόγηση των κινδύνων βοήθησε να καθοδηγηθεί η απόφαση.



























