candor
can
ˈkæn
καιν
dor
dɜr
ντερρ
/kˈandɔː/
candour

Ορισμός και σημασία του "candor"στα αγγλικά

01

ειλικρίνεια, ευθύτητα

the habit of speaking truthfully and directly without evasion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Their candor helped resolve the conflict quickly.
Η ειλικρίνειά τους βοήθησε στην επίλυση της σύγκρουσης γρήγορα.
02

ειλικρίνεια, ειλικρίνεια

freedom from bias, deceit, or self-interest
Παραδείγματα
Their candor in assessing the risks helped guide the decision.
Η ειλικρίνειά τους στην αξιολόγηση των κινδύνων βοήθησε να καθοδηγηθεί η απόφαση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store