candlestick
candlestick
kændəlstɪk
καιννταλστικ
candlewick

Ορισμός και σημασία του "candlestick"στα αγγλικά

01

κηροπήγιο, κηροστάτη

a holder with sockets for candles 
candlestick definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
candlesticks

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

candlestick

candle

+

stick

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store