Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Canadian bacon
01
καναδικό μπέικον, καπνιστό ή αλατισμένο χοιρινό κρέας
meat cut from the back of a pig that has been smoked or salted
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Canadian bacons



























