Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Camera
01
φωτογραφική μηχανή, κάμερα
a device or piece of equipment for taking photographs, making movies or television programs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cameras
Παραδείγματα
The digital camera allows instant preview of the photos.
Η ψηφιακή κάμερα επιτρέπει την άμεση προεπισκόπηση των φωτογραφιών.
02
κάμερα, βιντεοκάμερα
television equipment consisting of a lens system that focuses an image on a photosensitive mosaic that is scanned by an electron beam



























