Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Camellia
01
καμέλια, δέντρο τσαγιού
an evergreen shrub or tree appreciated for its glossy, dark-green leaves and showy, often fragrant flowers that come in various colors like white, pink, or red
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
camellias



























