Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Camber
01
camber, γωνία κλίσης τροχών
the alignment of the wheels of a motor vehicle closer together at the bottom than at the top
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
camber
02
η καμπύλωση, η κλίση
the slight curve or tilt of a road surface to help with drainage and stability
Παραδείγματα
The camber helped prevent water from pooling on the road.
Η καμπυλότητα βοήθησε να αποτραπεί η συγκέντρωση νερού στο δρόμο.
03
καμπύλωση, ελαφρά κυρτότητα
a slight convexity (as of the surface of a road)
to camber
01
καμπυλώνω προς τα πάνω στο μέσο, καμπυλώνω προς τα πάνω
curve upward in the middle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
camber
γ΄ ενικό πρόσωπο
cambers
ενεστώτα μετοχή
cambering
απλός αόριστος
cambered
παθητική μετοχή
cambered



























