calypso
ca
lyp
ˈlɪp
lip
so
səʊ
sew

Ορισμός και σημασία του "calypso"στα αγγλικά

01

ένα είδος καραϊβικής μουσικής που χαρακτηρίζεται από συγκοπισμένο αφρικανικό ρυθμό και αυτοσχέδιους στίχους που σατιρίζουν ένα τρέχον γεγονός ή τοπικές φιγούρες, που προέρχεται από το Τρινιντάντ και Τομπάγκο

a type of Caribbean music marked with syncopated African rhythm and improvised words that satirize a current event or local figures, originally from Trinidad and Tobago 
calypso definition and meaning
02

Καλυψώ, η θαλάσσια νύμφη που κράτησε τον Οδυσσέα για επτά χρόνια

(Greek mythology) the sea nymph who detained Odysseus for seven years 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
κύριο
03

Καλυψώ, ορχιδέα Καλυψώ

rare north temperate bog orchid bearing a solitary white to pink flower marked with purple at the tip of an erect reddish stalk above 1 basal leaf 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store