admired
ad
əd
αντ
mired
ˈmaɪɜrd
μαιερρντ
/ɐdmˈa‍ɪ‍əd/

Ορισμός και σημασία του "admired"στα αγγλικά

01

θαυμασμένος

regarded with admiration
admired definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most admired
συγκριτικός βαθμός
more admired
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store