to calve
Pronunciation
/kˈæv/

Ορισμός και σημασία του "calve"στα αγγλικά

to calve
01

γεννώ μοσχάρι

to give birth to a calf (a young bovine animal)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
calve
γ΄ ενικό πρόσωπο
calves
ενεστώτα μετοχή
calving
απλός αόριστος
calved
παθητική μετοχή
calved
02

γεννώ, απελευθερώνω πάγο

release ice

Λεξικό Δέντρο

calving
calve
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store