Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to calve
01
γεννώ μοσχάρι
to give birth to a calf (a young bovine animal)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
calve
γ΄ ενικό πρόσωπο
calves
ενεστώτα μετοχή
calving
απλός αόριστος
calved
παθητική μετοχή
calved
02
γεννώ, απελευθερώνω πάγο
release ice
Λεξικό Δέντρο
calving
calve



























