calloused
ca
ˈkæ
και
lloused
ləst
λαστ
/kˈæla‍ʊsd/

Ορισμός και σημασία του "calloused"στα αγγλικά

01

καλούδιασμένος, σκληρυμένος

having calluses, which are areas of toughened skin caused by repeated friction or pressure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most calloused
συγκριτικός βαθμός
more calloused
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store