Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
callous
01
αναισθητος, σκληρός
showing or having an insensitive and cruel disregard for the feelings or suffering of others
Παραδείγματα
The teacher 's callous treatment of students who struggled with the material created a negative learning environment.
Η αναισθησία του δασκάλου απέναντι στους μαθητές που δυσκολεύονταν με το υλικό δημιούργησε ένα αρνητικό περιβάλλον μάθησης.
02
κάλος, σκληρυμένος
physically hardened from friction or repeated use
Παραδείγματα
Her callous heels needed moisturizing after the hike.
Οι καλούπιες φτέρνες της χρειάζονταν ενυδάτωση μετά την πεζοπορία.
to callous
01
αποτραχύνω, αναισθητοποιώ
to cause someone to become emotionally numb through repeated exposure or hardship
Παραδείγματα
She feared the job would callous her over time.
Φοβόταν ότι η δουλειά θα την αποτύπωνε με το πέρασμα του χρόνου.
Λεξικό Δέντρο
callously
callousness
callous



























