Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Calculation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
calculations
Παραδείγματα
He made a quick calculation to estimate the total cost of the project.
Έκανε ένα γρήγορο υπολογισμό για να εκτιμήσει το συνολικό κόστος του έργου.
02
υπολογισμός, επίλυση αριθμητικών προβλημάτων
problem solving that involves numbers or quantities
03
υπολογισμός, σχεδιασμός
planning something carefully and intentionally
04
υπολογισμός, σκέψη
the process of thinking carefully about risks, outcomes, or effects before making a decision or taking action
Παραδείγματα
His decision was based on careful calculation.
Η απόφασή του βασίστηκε σε προσεκτικό υπολογισμό.
Λεξικό Δέντρο
miscalculation
recalculation
calculation
calculate
calcul



























