Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
by chance
01
τυχαία, κατά τύχη
without deliberate intention
Παραδείγματα
The meeting happened by chance as they were both in the same place at the same time.
Η συνάντηση έγινε τυχαία καθώς και οι δύο βρίσκονταν στο ίδιο μέρος την ίδια στιγμή.
02
τυχαία, ευτυχώς
without any deliberate intent or planning
03
τυχαία
through chance



























