Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to buy at
01
αγοράζω από, κάνω αγορές από
do one's shopping at; do business with; be a customer or client of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
buy
ενεστώτας
buy at
γ΄ ενικό πρόσωπο
buys at
ενεστώτα μετοχή
buying at
απλός αόριστος
bought at
παθητική μετοχή
bought at



























