Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
buxom
01
ευρέας, στερεά
(of a woman's body) full, rounded, and robust, implying physical vitality and wholesome attractiveness
approving
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most buxom
συγκριτικός βαθμός
more buxom
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her buxom silhouette stood out in the crowd.
Το πλούσιο σιλουέτ της ξεχώριζε στο πλήθος.
02
συμπαγής, εμφανίσιμη
(of a woman) having prominent breasts and an attractively curvaceous figure
Παραδείγματα
The sculpture celebrated the buxom form of classical beauty.
Το γλυπτό γιόρταζε την πλούσια μορφή της κλασικής ομορφιάς.
Λεξικό Δέντρο
buxomly
buxomness
buxom



























