Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
buxom
01
ευρέας, στερεά
(of a woman's body) full, rounded, and robust, implying physical vitality and wholesome attractiveness
επιδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most buxom
συγκριτικός βαθμός
more buxom
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The buxom farmhand carried baskets with ease and a smile.
Η πλούσια αγρότισσα κουβαλούσε τα καλάθια με ευκολία και ένα χαμόγελο.
02
συμπαγής, εμφανίσιμη
(of a woman) having prominent breasts and an attractively curvaceous figure
Παραδείγματα
The actress was cast for her buxom appeal in the romantic comedy.
Η ηθοποιός επιλέχθηκε για την πλούσια έλξη της στη ρομαντική κωμωδία.
Λεξικό Δέντρο
buxomly
buxomness
buxom



























