Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Butter churn
01
βουτυροκόπημα, συσκευή παραγωγής βουτύρου
a vessel in which cream is agitated to separate butterfat from buttermilk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
butter churns



























