butler
but
ˈbʌt
μπατ
ler
lər
λαρ
/ˈbʌtlə/

Ορισμός και σημασία του "butler"στα αγγλικά

01

επίτροπος, μαγιορδόμος

a senior household employee responsible for managing the household staff, overseeing daily operations, and attending to the personal needs of the employer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
butlers
Παραδείγματα
The butler discreetly handled the household's correspondence and administrative tasks.
Ο μαγιορδόμος χειρίστηκε διακριτικά την αλληλογραφία και τις διοικητικές εργασίες του νοικοκυριού.
02

μπάτλερ, Άγγλος ποιητής (1612-1680)

English poet (1612-1680)
03

μπάτλερ, Άγγλος μυθιστοριογράφος που περιέγραψε μια φανταστική χώρα που ονόμασε Erewhon (1835-1902)

English novelist who described a fictitious land he called Erewhon (1835-1902)
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store