butcher shop
but
ˈbʊ
boo
cher
ʧə
chē
shop
ʃɒp
shop

Ορισμός και σημασία του "butcher shop"στα αγγλικά

01

κρεοπωλείο, χασάπικο

a shop in which meat and poultry (and sometimes fish) are sold 
butcher shop definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
butcher shops
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store