Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Businesswoman
01
επιχειρηματίας, γυναίκα επιχειρηματίας
a woman who does business activities like running a company or participating in trade
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
businesswomen
Παραδείγματα
The businesswoman from France is visiting to explore potential partnerships.
Η επιχειρηματίας από τη Γαλλία επισκέπτεται για να εξερευνήσει πιθανές συνεργασίες.
Λεξικό Δέντρο
businesswoman
business
woman



























