busboy
bus
ˈbʌs
μπασ
boy
ˌbɔɪ
μποϊ
/ˈbʌsˌbɔɪ/

Ορισμός και σημασία του "busboy"στα αγγλικά

01

βοηθός σερβιτόρου, πλύστης πιάτων

someone whose job is to clear tables and dirty dishes, etc. in a restaurant
busboy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
busboys
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store