Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Busboy
01
βοηθός σερβιτόρου, πλύστης πιάτων
someone whose job is to clear tables and dirty dishes, etc. in a restaurant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
busboys
αρσενικό ενικό
busboy
θηλυκό ενικό
busgirl
neutral form
busser
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
busboy
bus
boy



























