bus ticket
bus
ˈbʌs
bas
ti
ti
cket
kɪt
kit

Ορισμός και σημασία του "bus ticket"στα αγγλικά

01

εισιτήριο λεωφορείου, κάρτα λεωφορείου

a printed or digital pass that allows a person to travel on a bus 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bus tickets
Παραδείγματα
She bought a bus ticket to the city center. 

Αγόρασε ένα εισιτήριο λεωφορείου για το κέντρο της πόλης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store