Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bus
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buses
Παραδείγματα
The bus was full, so I had to stand for the entire journey.
Το λεωφορείο ήταν γεμάτο, έτσι έπρεπε να σταθώ όλο το ταξίδι.
02
σκατάμαξα, παλιομηχανή
a car that is old and unreliable
Παραδείγματα
Buses are integral in networking, allowing data transfer between computers through network interface cards.
Οι σύρματα είναι απαραίτητες στη δικτύωση, επιτρέποντας τη μεταφορά δεδομένων μεταξύ υπολογιστών μέσω καρτών δικτυακής διεπαφής.
04
λεωφορείο, τοπολογία λεωφορείου
the topology of a network whose components are connected by a busbar
to bus
01
καθαρίζω, αφαιρώ τα χρησιμοποιημένα πιάτα
remove used dishes from the table in restaurants
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bus
γ΄ ενικό πρόσωπο
buses
ενεστώτα μετοχή
busing
απλός αόριστος
bused
παθητική μετοχή
bused
02
παίρνω το λεωφορείο, ταξιδεύω με λεωφορείο
ride in a bus
03
μεταφέρω με λεωφορείο, κινώ με λεωφορείο
send or move around by bus
Λεξικό Δέντρο
autobus
bus



























