bus
Pronunciation
/bʌs/

Ορισμός και σημασία του "bus"στα αγγλικά

01

λεωφορείο, αστικό λεωφορείο

a large vehicle that carries many passengers by road
bus definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buses
Παραδείγματα
The bus was full, so I had to stand for the entire journey.
Το λεωφορείο ήταν γεμάτο, έτσι έπρεπε να σταθώ όλο το ταξίδι.
02

σκατάμαξα, παλιομηχανή

a car that is old and unreliable
03

λεωφορείο, σύστημα λεωφορείου

a communication system facilitating data transfer between components or devices within a computer or between multiple computers
Παραδείγματα
Buses are integral in networking, allowing data transfer between computers through network interface cards.
Οι σύρματα είναι απαραίτητες στη δικτύωση, επιτρέποντας τη μεταφορά δεδομένων μεταξύ υπολογιστών μέσω καρτών δικτυακής διεπαφής.
04

λεωφορείο, τοπολογία λεωφορείου

the topology of a network whose components are connected by a busbar
to bus
01

καθαρίζω, αφαιρώ τα χρησιμοποιημένα πιάτα

remove used dishes from the table in restaurants
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bus
γ΄ ενικό πρόσωπο
buses
ενεστώτα μετοχή
busing
απλός αόριστος
bused
παθητική μετοχή
bused
02

παίρνω το λεωφορείο, ταξιδεύω με λεωφορείο

ride in a bus
03

μεταφέρω με λεωφορείο, κινώ με λεωφορείο

send or move around by bus
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store