burp
burp
bɜrp
μπερρπ
/bˈɜːp/

Ορισμός και σημασία του "burp"στα αγγλικά

to burp
01

ρευγώ, αναρροφώ αέρα από το στομάχι

to release air from the stomach through the mouth
Intransitive
to burp definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
burp
γ΄ ενικό πρόσωπο
burps
ενεστώτα μετοχή
burping
απλός αόριστος
burped
παθητική μετοχή
burped
Παραδείγματα
Feeling bloated, she burped to relieve some discomfort.
Αισθανόταν φουσκωμένη, έρρευσε για να ανακουφιστεί από κάποια δυσφορία.
1.1

προκαλώ ρέψιμο, ρέφω

to cause a baby to release air from the stomach by gently patting or rubbing their back
Transitive: to burp a baby
Παραδείγματα
He burped the baby carefully, watching for any signs of relief.
Έκανε προσεκτικά το μωρό να ρεύσει, παρακολουθώντας για τυχόν σημάδια ανακούφισης.
01

ρεύμα, ερεύση

a reflex that expels gas noisily from the stomach through the mouth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
burps
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store