burmese
bur
bɜ:
mese
ˈmi:z
miz
appeasechemiseMaltesetrapeze

Ορισμός και σημασία του "Burmese"στα αγγλικά

01

Βιρμανικά

the official language of Burma 
Burmese definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

Βιρμανός, Βιρμανοί

a native or inhabitant of Myanmar 
01

βιρμανικός, της Βιρμανίας

of or relating to or characteristic of Myanmar or its people 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store