Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Burmese
01
Βιρμανικά
the official language of Burma
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
Βιρμανός, Βιρμανοί
a native or inhabitant of Myanmar
burmese
01
βιρμανικός, της Βιρμανίας
of or relating to or characteristic of Myanmar or its people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geography, identity, culture
LanGeek



























