Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Burka
01
μπούρκα, ολόσωμο κάλυμμα
a loose garment that covers the body from head to toe, except the eyes, worn by some Muslim women
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
burkas



























