Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to adduce
01
επικαλούμαι, αναφέρω ως απόδειξη
to cite as evidence or proof in support of an argument or claim
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
adduce
γ΄ ενικό πρόσωπο
adduces
ενεστώτα μετοχή
adducing
απλός αόριστος
adduced
παθητική μετοχή
adduced
Παραδείγματα
The prosecutor adduces witness testimony to strengthen the case against the defendant.
Ο εισαγγελέας επικαλείται την κατάθεση των μαρτύρων για να ενισχύσει την υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου.
Λεξικό Δέντρο
adducent
adducer
adducing
adduce



























