adduce
a
a
α
dduce
ˈdu:s
ντουσ
/ɐdjˈuːs/

Ορισμός και σημασία του "adduce"στα αγγλικά

to adduce
01

επικαλούμαι, αναφέρω ως απόδειξη

to cite as evidence or proof in support of an argument or claim
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
adduce
γ΄ ενικό πρόσωπο
adduces
ενεστώτα μετοχή
adducing
απλός αόριστος
adduced
παθητική μετοχή
adduced
Παραδείγματα
He has adduced numerous examples from literature to illustrate his point in the essay.
Έχει επικαλεστεί πολλά παραδείγματα από τη λογοτεχνία για να επεξηγήσει το σημείο του στο δοκίμιο.

Λεξικό Δέντρο

adducent
adducer
adducing
adduce
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store