to adduce
a
ə
ē
dduce
ˈdju:s
dyoos
abduce

Ορισμός και σημασία του "adduce"στα αγγλικά

to adduce
01

επικαλούμαι, αναφέρω ως απόδειξη

to cite as evidence or proof in support of an argument or claim 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
adduce
γ΄ ενικό πρόσωπο
adduces
ενεστώτα μετοχή
adducing
απλός αόριστος
adduced
παθητική μετοχή
adduced
Παραδείγματα
The prosecutor adduces witness testimony to strengthen the case against the defendant. 

Ο εισαγγελέας επικαλείται την κατάθεση των μαρτύρων για να ενισχύσει την υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου.

Λεξικό Δέντρο

adducent
adducer
adducing
adduce
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store