Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bureaucratic
01
γραφειοκρατικός, διοικητικός
related to a system or organization that operates with many rules and procedures, often causing delays and inflexibility in decision-making
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Bureaucratic hurdles delayed the implementation of the new policy.
Οι γραφειοκρατικοί εμπόδια καθυστέρησαν την εφαρμογή της νέας πολιτικής.
Λεξικό Δέντρο
bureaucratic
bureaucrat
bureaucracy
bureau



























