Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bureaucrat
01
γραφειοκράτης, δημόσιος υπάλληλος
a government official or employee who works within a bureaucratic system, typically involved in implementing and administering government policies and procedures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bureaucrats
Παραδείγματα
Developing curriculum standards and overseeing school operations are tasks assigned to bureaucrats in the education department.
Η ανάπτυξη προτύπων προγράμματος σπουδών και η εποπτεία των σχολικών λειτουργιών είναι εργασίες που ανατίθενται στους γραφειοκράτες του τμήματος εκπαίδευσης.
Λεξικό Δέντρο
bureaucratic
bureaucratism
bureaucratize
bureaucrat
bureaucracy
bureau



























