Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
burdensome
01
επιβαρής, δύσκολος
causing a lot of work, stress, or difficulty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most burdensome
συγκριτικός βαθμός
more burdensome
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
work, stress, difficulty
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
burdensomeness
burdensome



























